Guest’s Post: Ένα ρώσικο νανούρισμα για την κρίση

Υπογράφει ο artech

artech

 

Το τέλος του 19ου αιώνα βρίσκει τους Εβραίους που διέμεναν σε ρωσικές επαρχίες να αντιμετωπίζουν το μίσος και να διώκονται βάναυσα. Η πόλη Μπιαλυστόκ (Białystok), που βρίσκεται σήμερα στη βορειοανατολική Πολωνία, όχι μακριά από τα σύνορα με τη Λευκορωσία, έχει στα τέλη του 19ου αιώνα πληθυσμό κατά 63% εβραϊκό. Οι Εβραίοι, οργανωμένοι σε συνδικάτα και πολιτικά κόμματα, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, αντιμετωπίζουν τον Ιούνιο του 1906 ένα από τα βιαιότερα πογκρόμ που προηγήθηκαν των παγκοσμίων πολέμων. 14 έως 16 Ιουνίου σκοτώνονται 88 άνθρωποι και τραυματίζονται 80, ενώ εκατοντάδες οικογένειες αφήνουν τα σπίτια και τις δουλειές τους και αναζητούν αλλού καταφύγιο.

Η οικογένεια του δωδεκάχρονου Αβραάμ Ιακώβ Γκορνέτσκυ (Abraham Jacob Gornetzsky) αναγκάζεται να κρυφτεί για δύο εβδομάδες και έπειτα, όταν ο κουρνιαχτός κοπάζει για λίγο, να ταξιδέψει με τραίνο και πλοίο για τις ΗΠΑ, το όνειρο της εποχής εκείνης. Καταλήγουν μετά από μήνες στο Detroit, όπου ο πατέρας του πιάνει γρήγορα δουλειά ως μηχανικός στο εργοστάσιο της Ford που μόλις έχει κατασκευαστεί. Η μητέρα του αγοράζει ένα πιάνο και μετά από δύο χρόνια, ο Αβραάμ παίζει πιάνο στο συνοικιακό μουσικό θέατρο.

Την ίδια εποχή μεγαλώνει και ο Ισίδωρος Χόχμπεργκ (Isidore Hochberg) με μόλις δύο χρόνια διαφορά από το μικρό Αβραάμ. Γέννημα-θρέμμα της Νέας Υόρκης, επίσης γόνος εβραϊκής οικογένειας που μετανάστευσε από τη Ρωσία στις πολλά υποσχόμενες ΗΠΑ, έδειξε και αυτός από μικρός την κλίση του για την τέχνη, περισσότερο όμως για το θέατρο. Στο λύκειο γνωρίζεται με τον Ίρα Γκέρσουιν, μεγαλύτερο αδελφό του Τζωρτζ Γκέρσουιν, και αρθρογραφούν μαζί στη σχολική εφημερίδα, κάτι που οδηγεί τα δυο παιδιά σε μια φιλία απ’ αυτές που κρατάνε μια ζωή.

Οι σπουδές και η ζωή του Γκορνέτσκυ και του Χόχμπεργκ, που ακούν πια στα ονόματα Τζέυ Γκόρνευ (Jay Gorney) και Έντγκαρ Γιπ Χάρμπουγκ (Edgar “Yip” Harburg) διακόπτονται από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζουν ξανά μετά τη λήξη του. Ο πρώτος, παντρεμένος πια, γράφει τραγούδια για την Tin Pan Alley, ενώ ο δεύτερος στίχους, προσπαθώντας να αποπληρώσει το χρέος των $70.000 που άφησε η χρηματοπιστωτική κρίση του 1929 στη μικρή επιχείρηση ηλεκτρικών ειδών που είχε ανοίξει. Οι δρόμοι τους συναντώνται και δημιουργούν μαζί το μιούζικαλ Americana που ανεβαίνει στο θεατρικό σανίδι το 1932, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

artech

Το μιούζικαλ αυτό περιέχει ένα τραγούδι βασισμένο στη μελωδία ενός παλιού ρώσικου νανουρίσματος, που τραγουδούσε τα βράδια στο Τζέυ η μητέρα του όταν ήταν μικρός. Ο Γιπ έγραψε τους στίχους και το τραγούδι αυτό έγινε έπειτα ο ύμνος της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του ’30, που ακολούθησε το κραχ του ’29. Ο ήρωάς του, ένας άνεργος που περιμένει στην ουρά για το λίγο ψωμί, διηγείται σε κάποιον άλλον κοντά του αυτά που έκανε για τα αφεντικά του, για τους πολιτικούς του, για τη χώρα του και πώς όλοι τώρα τον έχουν ξεχάσει, διακόπτοντας κατά διαστήματα την αφήγησή του για να ζητιανέψει. «Αδερφέ, μήπως σου βρίσκεται μια δεκάρα»; «Brother, can you spare a dime»?

Το τραγούδι σε λίγα θυμίζει τα τραγούδια των μιούζικαλ του Broadway. Αρχίζει σκοτεινά και μελαγχολικά σε ελάσσονα κλίμακα.

«
Μου έλεγαν πως δεν ήμουν ένας απλός χτίστης, αλλά ότι εγώ έχτιζα το όνειρο. Μου έλεγαν ότι έστρωνα το δρόμο για το όνειρο με ειρήνη και δόξα.
Κι έτσι ακολούθησα το πλήθος. Το ακολούθησα όπου υπήρχε γη να οργώσω και όπλο να βαστήξω. Και ήμουν πάντα εκεί, πάντα στο πόστο μου.
»

Όταν ο ήρωας μιλάει για τις παλιές, καλές εποχές, η κλίμακα γίνεται για λίγο μείζονα κι η μουσική ανεβαίνει μια οκτάβα, μαρτυρώντας αυτή τη στιγμιαία ανάταση που μας προσφέρει ένα καλό όνειρο και οι όμορφες θύμησες.

«
Κάποτε κατασκεύασα ένα σιδηρόδρομο και έκανα τα τραίνα να τρέχουν πιο γρήγορα απ’ το χρόνο.
Κάποτε κατασκεύασα έναν πύργο με τα όλα του, με τούβλα, με πριτσίνια, με ασβέστη· και τον έκανα ψηλό, να φτάνει ως τον ήλιο.
Άλλοτε πάλι ντύθηκα στα χακί και χορτάτος από το πατριωτικό αίσθημα έσυρα τις γαλότσες μου μαζί με τόσους άλλους μέσα στην κόλαση. Και μάλιστα έπαιζα το ταμπούρλο για να τους εμψυχώνω.
»

Όσο το τραγούδι φτάνει προς το τέλος του η μελαγχολία γίνεται θυμός, αυτό το μικρό μπαλάκι συμπυκνωμένης αδικίας που ανεβαίνει στο λάρυγγα και του σφίγγει το λαιμό. Ίσως να τον ηρεμούσε ένα φιλικό χέρι στον ώμο κι έτσι προσπαθεί να φέρει τη γνωριμία του με το συνομιλητή στην επιφάνεια. Πραγματική ή κατασκευασμένη, κανείς δεν μπορεί να πει. Κι όταν του την αρνούνται, θυμώνει και ξεσπάει πάνω τους.

«
Δεν με θυμάσαι; Με φωνάζανε Αλ.
Πώς γίνεται να μη με θυμάσαι; Είμαι ο φίλος σου, προσπάθησε να θυμηθείς!
Τι, ακόμα δεν με θυμάσαι;!

Τέλος πάντων, φιλαράκι, σου βρίσκεται μια δεκάρα;
»

Το Brother, Can You Spare a Dime? ερμηνεύτηκε από δεκάδες ανθρώπους σε αντίστοιχα δεκάδες είδη μουσικού ύφους. Παρόλο που στο Americana το τραγούδησε ο Ρεξ Βέμπερ, έγινε εντούτοις γνωστό από το Μπινγκ Κρόσμπυ, σ’ αυτό το μιουζικαλοειδές ύφος που εμείς έχουμε συνηθίσει να ακούμε για έρωτες και τρυφερά αλλά δύσκολα συναισθήματα. Υπάρχει επίσης μια πάρα πολύ όμορφη τζαζ διασκευή από τον Ντέιβ Μπρούμπεκ, την οποία έπειτα ακολούθησαν αρκετοί τζαζίστες, όπως ο Όσκαρ Μουρ, και έχτισαν πάνω της αντίστοιχα υπέροχα έργα. Το καλό με πολλές απ’ αυτές είναι ότι δεν περιλαμβάνουν φωνή, αφήνοντάς σας να ρουφήξετε τις νότες και να τις μετατρέψετε μόνοι σε σκέψεις και συναισθήματα. Η λίστα με τις ερμηνείες είναι αρκετή για να σας κρατήσει μερικές μέρες και σας υπόσχομαι ότι δεν θα περάσετε κάθε άκουσμα με θαυμασμό. Θα απορήσετε με τον Tom Jones και το παπιγιόν του, ενδεχομένως να θυμηθείτε παλιούς σας έρωτες με τη Judy Collins και τη Barbara Dane. Θα εξοργιστείτε ακούγοντας ντροπές της μουσικής ιστορίας όπως ο Τζορτζ Μάικλ να το τραγουδούν σε χριστουγεννιάτικο ύφος στα πλαίσια εκδήλωσης αγάπης για το Λουτσιάνο Παβαρόττι.

Μην ξεχάσετε όμως κάτι. Αφήστε τελευταίο σταθμό σ’ αυτό το μικρό μουσικό μονοπάτι να είναι μια φωνή που η Ταπεινότητά μου θεωρεί πως, αν και του 1994, μπορεί με άκρατη πιστότητα να παρουσιάσει απ’ άκρη σ’ άκρη την ψυχή ενός τραγουδιού που προηγήθηκε σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Πρόκειται για μια φωνή που ακούγεται «σαν να έχει βυθιστεί σε μια δεξαμενή με μπέρμπον, να έχει παρατηθεί μερικούς μήνες στο καπνιστήριο κι έπειτα νά ‘χει βγει έξω και νά ‘χει πατηθεί από αυτοκίνητο». Είναι το βαθύ, σκαμμένο μουγκρητό του Tom Waits.

 

 

 

Τσέκαρε:

Duo #1: John Lennon & David Bowie

Duo #2: Tammi Terrell and Marvin Gaye

…και από τον artech:

Η πραγματική προσωπικότητα

Τα τρία χειρότερα του Μαραθωνίου

Advertisements